- χαρεμλίκι
- το(λ. τουρκ.), το χαρέμι (βλ. λ.).
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
χαρεμλίκι — το, Ν χαρέμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. haremlik < τουρκ. harem (βλ. λ. χαρέμι)] … Dictionary of Greek